Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Η Συρία στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού

Μετά το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη, ο ιμπεριαλισμός έστρεψε την, χωρίς όριο, φονική του μανία εναντίον της Συρίας και του λαού της. Για παραπάνω από ενάμιση χρόνο, η χώρα έχει βυθιστεί στη δίνη εσωτερικών πολεμικών συγκρούσεων πρωτοφανούς αγριότητας με εκατόμβες θυμάτων. Σ΄αυτό το διάστημα, τα περισσότερα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν επιδοθεί σ’ ένα όργιο προπαγάνδας και παραπληροφόρησης της παγκόσμιας κοινής γνώμης σχετικά με τα αίτια, και τη φύση του πολέμου στη Συρία.
Σύμφωνα με την κυρίαρχη λοιπόν εκδοχή των γεγονότων, όλα ξεκίνησαν, τον Μάρτιο του 2011, με τις ειρηνικές (το πόσο ειρηνικές ήταν, θα το δούμε παρακάτω) διαδηλώσεις του συριακού λαού που ζητούσε περισσότερες πολιτικές ελευθερίες. Η βίαιη καταστολή τους απ΄το «αυταρχικό» και «αιμοσταγές» καθεστώς Άσαντ επέφερε την ένοπλη αντίδραση από πλευράς των διαδηλωτών μ’ αποτέλεσμα η χώρα να παραδέρνει έκτοτε στον φαύλο κύκλο του αίματος. Την αποκλειστική, σχεδόν, ευθύνη για την αιματοχυσία φέρνει η συριακή κυβέρνηση και προσωπικά ο πρόεδρος  Άσαντ οποίος «δεν διστάζει να αιματοκυλίσει το ίδιο του τον λαό προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία». Σε καθημερινή, σχεδόν, βάση ακούμε για «περιστατικά» της «πρωτοφανούς» βίας του συριακού κυβερνητικού στρατού εναντίον του άοπλου πλυθυσμού. Εκπρόσωποι των ΗΠΑ και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που έχουν δολοφονήσει, στην διάρκεια μόνο του 20ου αιώνα, αθροιστικά, εκατομμύρια ανθρώπους στην Κορέα, την Αλγερία, το Βιετνάμ, την Καμπότζη, την Αφρική, το Ιράκ και αλλού, χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την τύχη του συριακού λαού και καλούν στην ανατροπή του Άσαντ με στρατιωτική επέμβαση. Κάθε άνθρωπος βέβαια με δημοκρατικά, φιλειρηνικά κι αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα έχει την υποψία πως η πραγματικότητα στη Συρία είναι τελείως διαφορετική απ΄ αυτήν που περιγράφουν οι ιμπεριαλιστές και τα κάθε λογής φερέφωνά τους. Η πραγματικότητα δεν είναι άλλη απ΄το ότι έχει ήδη αρχίσει, και βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, επιχείρηση επέμβασης στα εσωτερικά πράγματα της χώρας με σκοπό την βίαιη μετατροπή της σε ισλαμικό κράτος που θα διοικείται από κυβέρνηση ιμπεριαλιστικών ανδρεικέλων. Ποιος, όμως, και γιατί θέλει να επέμβει στη Συρία;
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Συρία, υπό την ηγεσία τoυ Μπαάθ, ενός κόμματος με παναραβικές, εθνιστικές και αντιμπεριαλιστικές θέσεις, αντιτάχθηκε στη σιωνιστική, επεκτατική πολιτική του Ισραήλ. Κατάγγειλε ανοιχτά την ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης και, γενικά, υποστήριξε την παλαιστινιακή υπόθεση με όσα πολιτικά και διπλωματικά μέσα διέθετε, μια πολιτική που ακολουθεί ακόμα και σήμερα. Η Συρία είναι επίσης σύμμαχος της Χεζμπολάχ, της κύριας δύναμης στρατιωτικής αντίστασης στην ισραηλινή επιθετικότητα στον Λίβανο, και βασικός στρατηγικός σύμμαχος του Ιράν. Αποτελεί το μόνο, στην ουσία ανεξάρτητο, απ΄τον ιμπεριαλισμό, αραβικό κράτος το οποίο διαθέτει ένα καθαρά κοσμικό, ανεξίθρησκο καθεστώς. Το τελευταίο χαρακτηριστικό της Συρίας επιτρέπει την ειρηνική συνύπαρξη των πολυάριθμων θρησκευτικών ομάδων της χώρας: των Μουσουλμάνων (Σουνιτών, Σιιτών και Αλαουϊτών), Χριστιανών (Ορθόδοξων, Καθολικών, Αρμένιων), Δρούζων και άλλων. Ο κοσμικός χαρακτήρας της συριακού κράτους αποτελεί κόκκινο πανί για τους κάθε λογής φανατικούς ισλαμιστές συμπεριλαμβανομένου των μεσαιωνικών, απολυταρχικών καθεστώτων του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας (η χώρα όπου επικρατεί η πιο ακραία, σκοταδιστική και αντιδραστική εκδοχή του Ισλάμ: του Oυαχαμπισμού) που έχουν έτσι έναν επιπλέον λόγο να καταστρέψουν την Συρία, πέραν, φυσικά, από εκείνους που απορρέουν από την ευθυγράμμισή τους με τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές πατρόνες τους.  Όλα τα παραπάνω καθιστούν την Συρία όχι μόνο τον βασικός αντίπαλο του Ισραήλ στην περιοχή αλλά και σοβαρό εμπόδιο στις προσπάθειες των ΗΠΑ για την αναδιάρθρωση του γεωστρατηγικού χάρτη της Μέσης Ανατολής και ολόκληρης της Ευρασίας. Επομένως, δεν είναι καθόλου τυχαίο που, εδώ και μια δεκαετία, έχει μπει στο πολεμικό στόχαστρο του ιμπεριαλισμού ανακυρησσόμενη ως μια απ΄τις τρεις χώρες, μαζί με το Ιράν και την Βόρεια Κορέα, του «άξονα του κακού».

H απόφαση για εμπλοκή σε πόλεμο με την Συρία είχε παρθεί απ’ τις 15 Σεπτεμβρίου 2001 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Μπους. Το σχέδιο μάλιστα προέβλεπε ταυτόχρονη επίθεση και στη Λιβύη ώστε να επιδειχθεί η ικανότητα ταυτόχρονης διεξαγωγής πολεμικών ενεργειών σε δύο θέατρα επιχειρήσεων. Αυτή η απόφαση επιβεβαιώνεται από τον πρώην ανώτατο διοικητή του ΝΑΤΟ, Γουέσλεϊ Κλάρκ ο οποίος όμως εξέφρασε σοβαρές αντιρρήσεις. Λίγο πριν την πτώση της Βαγδάτης το 2003, το αμερικανικό Κονγκρέσο ψήφισε δύο νόμους που εξουσιοδοτούσαν τον Αμερικανό πρόεδρο να προετοιμάσει πολέμους εναντίον της Συρίας και της Λιβύης (Syria Accountability Act) – το τελευταίο επέτρεπε το πάγωμα συριακών κρατικών χρηματικών καταθέσεων σε τράπεζες του εξωτερικού χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το 2004, η Ουάσινγκτον κατηγόρησε την Συρία ότι η ίδια κρύβει τα όπλα μαζικής καταστροφής τα οποία δεν μπορούσαν να βρεθούν στο Ιράκ. Η κατηγορία αυτή κατέπεσε με την παραδοχή ότι τα εν λόγω όπλα ποτέ δεν υπήρχαν και αποτέλεσαν απλά ένα πρόσχημα για την εισβολή στο Ιράκ.
Το 2005, μετά την δολοφονία του Λιβανέζου πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι, η Ουάσινγκτον επιχείρησε μπει σε πόλεμο με την Συρία αλλά δεν το κατάφερε γιατί η Συρία απέσυρε τα στρατεύματά της από το Λίβανο. Οι ΗΠΑ επικαλούμενες ψευδή στοιχεία κατηγόρησαν τον πρόεδρο αλ-Άσαντ ότι αυτός διέταξε την την δολοφονική επίθεση και προχώρησαν στην «σύσταση» ενός διεθνούς δικαστηρίου για να τον δικάσουν. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, οι ΗΠΑ ανακάλεσαν την κατηγορία τους όταν αποκαλύφθηκαν οι ραδιουργίες τους.
Το 2006, οι ΗΠΑ άρχισαν να ετοιμάζουν την «Συριακή επανάσταση» ξεκινώντας το «Πρόγραμμα Δημοκρατίας στη Συρία». Η ιδέα πίσω απ’ αυτό το πρόγραμμα ήταν η δημιουργία φιλο-Δυτικών αντιπολιτευτικών ομάδων. Η επίσημη χρηματοδότηση από το State Department γίνονταν απ΄ένα μυστικό κονδύλι της CIA διαμέσου του Democracy council της Καλιφόρνια. Την ίδια χρονιά, οι ΗΠΑ ανέθεσαν στο Ισραήλ, εν είδη εργολαβίας, να προχωρήσει σε πόλεμο με το Λίβανο ελπίζοντας να εμπλέξουν τη Συρία έτσι ώστε να δικαιολογήσουν μια επέμβαση αλλά η γρήγορη νίκη της Χεζμπολάχ έστειλε αυτό το σχέδιο στα σκουπίδια.
Το 2007, το Ισραήλ επιτέθηκε στη Συρία βομβαρδίζοντας μια στρατιωτική εγκατάσταση. Και πάλι όμως η Δαμασκός κράτησε την ψυχραιμία της και δεν παρασύρθηκε σε πόλεμο. Οι έλεγχοι που διενέργησε αργότερα η Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, έδειξαν ότι ο στόχος δεν ήταν ένα πυρηνικό εργοστάσιο όπως είχαν ισχυριστεί οι Ισραηλινοί.  Το 2008, στη διάρκεια της συνάντησης της ομάδας Μπίλντεμπεργκ του ΝΑΤΟ, ο διευθυντής της Πρωτοβουλίας Αραβικής Μεταρρύθμισης, Baasma Kodmani, και ο διευθυντής του Stiftung Wissenschaft und Politik, Volker Perthes, παρουσίασαν σύντομα τα οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη από μια πιθανή επέμβαση της συμμαχίας στη Συρία.
Το 2009, η CIA δημιουργεί τα εργαλεία προπαγάνδας για τη Συρία: το BaradaTV, στο Λονδίνο, και το OrientTV στο Ντουμπάι.
Σ’ αυτά τα στοιχεία ας προσθέσουμε την συνάντηση που έγινε στο Κάϊρο τον Φλεβάρη του 2011 με τη συμμετοχή του Αμερικανών γερουσιαστών John McCain και Joe Lieberman με προσωπικότητες απ’ τη Λιβύη όπως ο Mahmoud Jibril Libya (Νο 2 τότε της κυβέρνησης του Καντάφι) και τη Συρία όπως ο Malik al-Abdeh και ο Ammar Qurabi. Σ’ αυτήν τη συνάντηση δόθηκε το σινιάλο για την διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων που άρχισαν, σχεδόν ταυτόχρονα, στη Λιβύη και στη Συρία (15 Φεβρουαρίου στη Βεγγάζη και 17 Φεβρουαρίου στη Δαμασκό). Δύο μήνες αργότερα, σε κοινή ανακοίνωση των McCain και Lieberman τονίζεται ότι ο Μπασάρ Αλ-Άσαντ «έχασε την νομιμοποίηση να παραμείνει στην εξουσία». Υπενθυμίζεται ότι ο McCain είναι μέλος του Διεθνούς Ρεμπουμπλικανικού Ινστιτούτου (international Rebuplican Institute), μια οργάνωση η οποία, σύμφωνα με τους New York Times, ήταν αναμεμιγμένη στην χρηματοδότηση αντιπολιτευτικών ομάδων που συμμετείχαν στην «Αραβική Άνοιξη». Παρομοίως, ο Lieberman είναι μέλος του υπερσυντηρητικού λόμπι με το παραπλανητικό όνομα «Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών» (Foundation for Defense of Democracies) στο οποίο συμμετέχουν πολλά από τα «γεράκια» που υπέγραψαν το κακόφημο «Πρόγραμμα για τον Νέο Αμερικανικό Αιώνα», το στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για τον 21ο αιώνα.
Μέχρι το 2011, είχε δημιουργηθεί στην Ουάσινγκτον μια συναίνεση όσον αφορά την αλλαγή καθεστώτος στη Συρία. Γι’ αυτό το σκοπό θα χρησιμοποιούνταν οι μακρόχρονες αμερικανικές διασυνδέσεις με ισλαμικά δίκτυα, όπως τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Σύμφωνα, μάλιστα, με δημοσίευμα της Ουάσινγτον Πόστ, απ΄το 2005, οι κυβερνήσεις Μπους και Ομπάμα συμμετείχαν στη χρηματοδότηση αντιπολιτευτικών ομάδων που είχαν σχέση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, μια οργάνωση πανταχού παρούσα, όπως η CIA και η MI6. Τον Απρίλιο του 2011, η ιστοσελίδα Activist Report παραθέτει δήλωση του Αμερικανού υφυπουργού Michael Posner ο οποίος παραδέχθηκε ότι, «τα τελευταία δύο χρόνια, η αμερικανική κυβέρνηση διοχεύτευσε 50 εκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη τεχνολογιών που θα βοηθήσουν ακτιβιστές να αποφύγουν την δίωξη και σύλληψη από αυταρχικές κυβερνήσεις». Η χρόνια και κρυφή βοήθεια απ΄το State Department σε αντιπολιτευτικές ομάδες είναι σημαντική, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπ΄όψιν ότι οι αποδέκτες αυτής της βοήθειας είχαν σχέσεις με τη Συριακή Μουσουλμανική Αδελφότητα, μια ομάδα η οποία επιχείρησε να οργανώσει πολλαπλές εξεγέρσεις κατά την δεκαετία του 1960 και έχει από καιρό καταδικάσει την μειοψηφία των Αλαουιτών και Σιιτών ως αιρετική. Το 1979, στα πλαίσια μια ευρύτερης εκστρατείας βίας που περιλάμβανε και απόπειρες δολοφονίας του τότε προέδρου της Συρίας, η Αδελφότητα σκότωσε 32 ευέλπιδες.
Όπως και στη Λιβύη, το αρχικό σχέδιο αποσταθεροποίησης της Συρίας είχε στόχο τη πραγματοποίηση στρατιωτικού πραξικοπήματος αλλά επειδή κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό εξαιτίας της έλλειψης πρόθυμων Σύριων αξιωματικών, αυτό το σχέδιο έπρεπε ν’ αναθεωρηθεί. Η κεντρική ιδέα του νέου αναθεωρημένου σχεδίου αποσταθεροποίησης της Συρίας ήταν η πρόκληση αποσχιστικών ταραχών σε καθορισμένη περιοχή και η εγκαθίδρυση ισλαμικού εμιράτου που θα χρησιμοποιούνταν ως το προγεφύρωμα για την επέμβαση και τη βάση για το διαμελισμό της χώρας. Επιλέχθηκε η περιοχή της Ντάρα, στο νότιο άκρο της χώρας, λόγω της εγγύτητάς της στα ιορδανικά σύνορα και, τα κατεχόμενα απ΄το Ισραήλ, υψώματα του Γκολάν γεγονός που θα καθιστούσε εύκολο τον ανεφοδιασμό των αποσχιστών. Οι πρώτες ειδήσεις ανέφεραν για την πυρπόληση του τοπικών γραφείων του κόμματος Μπαάθ και την καταστροφή παρακείμενων αυτοκινήτων ενώ αναφέρθηκε ο θάνατος δύο ατόμων καθώς προσπαθούσαν να βάλουν φωτιά σε κυβερνητικό κτίριο στη πόλη της Λαττάκειας. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και δεκαεννιά αστυνομικοί που σημαίνει ότι μεταξύ των διαδηλωτών υπήρχαν και ένοπλοι. Τούτο δεν αποκλείει το ότι η αντίδραση των τοπικών αρχών ασφαλείας ήταν υπερβολική και ίσως  γι’ αυτό τον λόγο ο κυβερνήτης της Ντάρα και ο στρατιωτικός διοικητής της περιοχής παύθηκαν απ΄τις θέσεις τους και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Παρ’ όλα αυτά, όμως, είναι κάπως δύσκολο να καταλάβει κανείς πως είναι δυνατόν μια υπεύθυνη κυβέρνηση να επιτρέψει σε ένα όχλο – που χρηματοδοτείται απ΄το εξωτερικό – να επιδοθεί σε ευρείας κλίμακας εμπρησμούς και βανδαλισμούς. Λίγη αμφιβολία μπορεί να έχει κανείς ότι η βία απ΄την πλευρά των «διαδηλωτών» είχε σκοπό να προκαλέσει την σπασμωδική, λόγω της απειρίας τους στην αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων, αντίδραση των Συριακών αρχών ασφαλείας.
Όπως και να’χει το πράγμα, τα κύρια διεθνή μέσα ενημέρωσης και πολιτικοί δυτικών χωρών προσπάθησαν να αφαιρέσουν κάθε νομιμότητα απ’ την Δαμασκό επικαλούμενα την βία ως απόδειξη ότι «ο πρόεδρος Άσαντ πρέπει να φύγει». Ένας ανώνυμος σύριος αξιωματούχος δήλωσε στο CNN ότι μυστηριώδεις ένοπλες ομάδες και ακροβολισμένοι σκοπευτές πυροβολούσαν αδιακρίτως εναντίον διαδηλωτών και αστυνομικών. Ρεπορτάζ απ΄το Ιρανικό αραβόφωνο ειδησεογραφικό δίκτυο Αλ-Αλάμ περιέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο σκοπευτές που συνδεόταν με τη Σαουδική Αραβία και την αμερικανική CIA δρούσαν στην Συρία με σκοπό να δολοφονήσουν διαδηλωτές ώστε να επεκταθούν οι ταραχές. Αν και διάφοροι «υπερασπιστές» ανθρωπίνων δικαιωμάτων πιστεύουν ότι οι σκοπευτές ανήκουν στις δυνάμεις ασφαλείας, οι μόνες αποδείξεις που επιδεικνύουν είναι «καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων». Το κινεζικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ξινχουά ανέφερε ότι σε πολλές περιπτώσεις ένοπλες συμμορίες συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις ασφαλείας με θύματα και απ΄τις δυο πλευρές. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Συρίας μετέδωσαν τη σύλληψη ατόμων που, εκτός από εξοπλισμό είχαν κινητά τηλέφωνα με ξένες SIM κάρτες.
Ενώ, λοιπόν τα μεγάλα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης δελτία τύπου κυβερνήσεων κατηγορούσαν τις Συριακές αρχές ότι σκοτώνουν άμαχους πολίτες, τα τοπικά μέσα ενημέρωσης της Συρίας ανέφεραν ότι στην ύπαιθρο γύρω απ΄τη Δαμασκό κυκλοφορούσαν ένοπλες ομάδες εφοδιασμένες με σύγχρονα όπλα αμερικανικής και ισραηλινής προέλευσης διαπράττοντας τυφλές τρομοκρατικές πράξεις όπως απαγωγή πολιτών και πυροδότηση εκρηκτικών μηχανισμών. Απ΄τα τέλη Απριλίου του 2011, η συριακή κυβέρνηση αναφέρει συχνά τη παρουσία ένοπλων ομάδων που βάλουν από στέγες σπιτιών εναντίον διαδηλωτών και δυνάμεων ασφαλείας. Η απάντηση, φυσικά, των δυτικών μέσων ενημέρωσης σ΄αυτές τις αναφορές ήταν ότι αποτελούν κυβερνητική προπαγάνδα αλλά για τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό νεκρών φαντάρων του συριακού στρατού δεν μπορεί να φταίνε «άοπλοι διαδηλωτές».  Ωστόσο, η έκθεση της αποστολής παρατηρητών του Αραβικού Συνδέσμου, που διενέργησε επιτόπια εξέταση των γεγονότων απ΄τις 24/12/2011 μέχρι τις 18/1/2012, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των συριακών κρατικών μέσων. Χωρίς περιστροφές, η έκθεση  καταλήγει ότι η συριακή κυβέρνηση δεν πραγματοποιεί εκστρατεία καταστολής ειρηνικών διαδηλωτών. Επιπλέον, αποδίδονται ευθύνες σ΄ ένοπλες συμμορίες για βομβιστικές ενέργειες σε λεωφορεία, τρένα που μετέφεραν πετρέλαιο, γέφυρες και πετρελαιαγωγούς. Το περιεχόμενο της έκθεσης παραβλέφθηκε απ΄όλα σχεδόν τα μέσα ενημέρωσης όταν το Κατάρ, η μόνη χώρα στη διυπουργική επιτροπή του Αραβικού Συνδέσμου αμφισβήτησε τα πορίσματά της. Δεδομένου ότι το Κατάρ, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, αποτελεί τον βασικό χρηματοδότη των φανατικών ισλαμικών συμμοριών που σπέρνουν τον τρόμο και τον θάνατο στη Συρία στη συριακή κρίση, η παραπάνω ενέργεια δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Το γεγονός, όμως, ότι ο Αραβικός Σύνδεσμος «έθαψε» την έκθεση των ίδιων του των απεσταλμένων στη Συρία, καταβαράθρωσε το όποιο διπλωματικό, πολιτικό ή άλλο κύρος του είχε απομείνει.  
Απ΄το Μάρτιο του 2011, ήρθαν στην επιφάνεια αρκετά δημοσιεύματα που υποστήριξαν ότι το ΝΑΤΟ εκπαιδεύει αντάρτες στη Λιβύη και χρησιμοποιεί αεροπλάνα χωρίς διακριτικά για να τους μεταφέρει σε αεροπορικές βάσεις στην Τουρκία απ΄όπου εξορμούν προς βοήθεια του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Για παράδειγμα, σε ρεπορτάζ της η βρετανική η εφημερίδα Telegraph αναφέρει ότι μέλη του Λιβυκού Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (της δράκας φανατικών ισλαμιστών που τοποθέτησε το ΝΑΤΟ στη Λιβύη μετά την ανατροπή του Καντάφι) συναντήθηκαν με μέλη του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου για να συζητήσουν την παροχή χρημάτων και όπλων στους σύριους αντάρτες. Σύμφωνα με λιβυκές πηγές, ο στρατιωτικός διοικητής της Τρίπολης, και πρώην ηγέτης της Λιβυκής Ισλαμικής Μαχητικής Ομάδας – η οποία περιλαμαβάνεται στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων που έχει καταρτίσει το αμερικανικό State Department – Abdulhakim Belhadj συναντήθηκε με στελέχη του Ελεύθερου Συριακού Στρατού στην Κωνσταντινούπολη κατόπιν οδηγιών του ίδιου του προέδρου του Λιβυκού Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου Mustafa Abdul Jalil. Και άλλα ντοκουμέντα σε συνδυασμό με δηλώσεις-ομολογίες επισήμων καταδείχνουν την στενή σύνδεση μεταξύ των ξενοκίνητων δυνάμεων που ανέτρεψαν τον Καντάφι και των δυνάμεων που δρούν με τον ίδιο σκοπό στη Συρία. Πέραν αυτών, στρατολογήθηκαν επίσης «αποσπάσματα θανάτου» από ομάδες της Αλ-Κάιντα που δρούσαν στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Τσετσενία και την Υεμένη. Η επιχείρηση στρατολόγησης πραγματοποιήθηκε από πράκτορες της CIA, της ΜΙ6 και της Ισραηλινής Μοσάντ χρησιμοποιώντας χρήματα προερχόμενα απ΄τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. 

Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο μύθος των «άοπλων διαδηλωτών» αρχίζει και καταπέφτει. Το κανάλι Αλ-Τζαζίρα –  ιδιοκτησίας της κυβέρνησης του Κατάρ, χώρας που εμπλέκεται στον εξοπλισμό της συριακής αντιπολίτευσης – παραδέχεται ότι οι «διαδηλωτές» έχουν όπλα και ευθύνονται για τον θάνατο 700 μελών των συριακών δυνάμεων ασφαλείας. To Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων (Council on Foreign Relations), η πιο σημαντική δεξαμενή σκέψης για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, επιβεβαίωσε, σε ηλεκτρονικό του δημοσίευμα, ότι όχι μόνο οι «διαδηλωτές» είναι οπλισμένοι αλλά ότι οι αντάρτικες δυνάμεις έχουν ήδη σχηματίσει έναν στρατό 15,000 μαχητών. Το δημοσίευμα ισχυριζόταν ότι ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός ζητάει όπλα και αεροπορική υποστήριξη παρά την ύπαρξη πολλών ντοκουμενταρισμένων αναφορών που κάνουν λόγο για παράνομη διακίνηση όπλων στη Συρία από ξένους υποστηρικτές της αντιπολίτευσης όπως η Τουρκία, ο Λίβανος, το Ισραήλ και η Λιβύη. Τη στιγμή που ένας στρατός 15,000 ανταρτών που προσπαθούν αρπάξουν με την βία τα ηνία της χώρας με τη βοήθεια χρημάτων, όπλων και διπλωματικής υποστήριξης απ΄το εξωτερικό, είναι να απορεί κανείς πώς η συριακή κυβέρνηση θα είχε την πολυτέλεια να αναλώνεται σε σφαγές άμαχου πληθυσμού. Για την αντίπαλη πλευρά, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά: η Μουσουλμανική Αδελφότητα της Συρίας ανέλαβε την ευθύνη για δυο μεγάλες βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας στο κέντρο της Δαμασκού που στοίχισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 55 άτομα ενώ τραυμάτισαν περισσότερα από 100. Χιλιάδες Σύριοι συμμετείχαν στη κηδεία των θυμάτων κρατώντας σημαίες της χώρας και φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του προέδρου Άσαντ. H υποστήριξη μεγάλων τμημάτων του λαού προς τον Σύριο πρόεδρο είναι φανερή σε κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή. Εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώθηκαν, κατ’ επανάληψη, στην Δαμασκό και σε άλλες πόλεις της χώρας για να διαδηλώσουν την υποστήριξή τους στον Άσαντ και να φωνάξουν την αντίθεσή τους στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα εναντίον της χώρας τους.
Προς τα τέλη του 2011, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία επιχειρούν να περάσουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ψήφισμα που θ΄ανοίξει το δρόμο για στρατιωτική επέμβαση στη Συρία χωρίς όμως επιτυχία εξ΄αιτίας του βέτο από Ρωσία και Κίνα. Το διπλωματικό φιάσκο οδηγεί την Γαλλία να πάρει πρωτοβουλία και ηγηθεί του σχηματισμού των «Φίλων της Συρίας», μιας ομάδας χωρών με παρόμοιες απόψεις γύρω απ΄τη συριακή κρίση. Βασική αποστολή των «Φίλων της Συρίας» είναι ο συντονισμός της βοήθειας προς τη συριακή αντιπολίτευση. Τον Ιανουάριο του 2012, τα αμερικανικά Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δημιούργησαν την ομάδα εργασίας με το όνομα «Η Επόμενη Μέρα: Στηρίζοντας μια δημοκρατική μετάβαση στη Συρία» η οποία κατέστρωσε προσχέδιο συντάγματος και κυβερνητικό πρόγραμμα για τη Συρία. Το Απρίλιο του 2012, το ΝΑΤΟ μαζί με το Συμβούλιο Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου δημιούργησε στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης των «Φίλων της Συρίας» μια ομάδα εργασίας για την Οικονομική Ανασυγκρότηση και Ανάπτυξη της χώρας. Το βασικό καθήκον αυτής της ομάδας που προεδρεύεται από τη Γερμανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι το μοίρασμα και η εκμετάλλευση της λείας του πολέμου στη Συρία, δηλαδή της συριακής οικονομίας, μετά την ανατροπή του Άσαντ. Οικονομικά συμφέροντα έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη συριακή κρίση. Για παράδειγμα θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ της Συρίας με το Ιράκ και το Ιράν για τη δημιουργία αγωγού που θα μεταφέρει φυσικό αέριο απ΄τα τεράστια βεβαιωμένα αποθέματα του Ιράν προς τις αγορές της Ευρώπης. Είναι ένα αρκετά φιλόδοξο σχέδιο αν σκεφτούμε ότι η ζήτηση του φυσικού αερίου θα αυξάνεται συνεχώς στο εγγύς μέλλον λόγω των μειωμένων εκπομπών του σε διοξείδιο του άνθρακα σε σύγκριση μ΄άλλα ορυκτά καύσιμα όπως το κάρβουνο ή το πετρέλαιο. Όπως είναι επόμενο οι χώρες του Κόλπου είναι ενάντια σε μια τέτοια εξέλιξη. Καλά ενημερωμένες πηγές αναφέρουν ότι το Κατάρ, το οποίο όπως είδαμε παίζει σημαντικό ρόλο στην κλιμάκωση της βίας στη Συρία, θέλει με κάθε τρόπο να σταματήσει την δημιουργία αυτού του αγωγού.
Μετά το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη, η ωμή και απροσχημάτιστη ιμπεριαλιστική επέμβαση ξένων δυνάμεων στη Συρία αποτελεί ένα ακόμα στάδιο στον οδικό χάρτη του ιμπεριαλισμού, πρώτα απ΄όλα του αμερικάνικου, για τη βίαιη αναδιάρθρωση του γεωστρατηγικού χάρτη της ευρύτερης Μέσης Ανατολής με σκοπό τη διασφάλιση των ενεργειακών και πλουτοπαραγωγικών πηγών αναγκαίων για τη συνέχιση της ηγεμονίας του και στον 21ο αιώνα. Η άμεση και ενεργή ανάμειξη της Ρωσίας στην υπόθεση και η πρωτοφανής αποφασιστικότητά της να σταματήσει με κάθε τρόπο μια αμερικανο-νατοϊκή εισβολή στη Συρία – όπως αποτυπώθηκε στη πρόσφατη δήλωση του Πούτιν ότι «θα υπερασπίσουμε την Συρία στους δρόμους της Μόσχας» - δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο παγκόσμιας ανάφλεξης. Καθήκον του δημοκρατικού και αντιμπεριαλιστικού κινήματος είναι να κάνει ό,τι μπορεί για να σταματήσει την επέμβαση στη Συρία και ν’ αποτρέψει το εφιαλτικό ενδεχόμενο ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Γενιά» τ. 3, Νοέμβρης 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου